άμπακας

άμπακας
και -ακος
ο πίνακας, πλάκα. Σε μερικές φράσεις χρησιμοποιείται για να δηλώσει πλησμονή, πληθώρα
πρβλ. «ξέρει τον άμπακα», είναι πολύξερος
«τρώει τον άμπακα» είναι πολυφαγάς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. abbaco «βιβλίο αριθμητικής» < λατ. abacus «αριθμητικός πίνακας» < αρχ. ελλ. ἄβαξ*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • άμπακας — άμπακας, ο και άμπακος, ο (λ. ιταλ.) 1. αρχικά, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, ο πυθαγόρειος πίνακας του πολλαπλασιασμού κι ύστερα η αριθμητική· φρ. «ξέρει τον άμπακο», ξέρει πολλά. 2. μεγάλη ποσότητα, πλήθος: Αυτός τρώει τον άμπακα (τρώει πολύ) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”